ὀλίγος


ὀλίγος
ὀλίγος, η, ον небольшой, маленький

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὀλίγος" в других словарях:

  • ολίγος — ολίγος, η, ο και λίγος, η, ο 1. μικρός σε αριθμό, πλήθος, ποσότητα: Έναν καφέ με ολίγη. – Λίγο σιτάρι. 2. μικρός σε μέγεθος, έκταση, ένταση: Λίγο το οικόπεδο. – Λίγο το κακό. 3. μικρός σε διάρκεια, σύντομος: Λίγος καιρός. – Λίγη ώρα έχει που… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὀλίγος — little masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ολίγος — η, ο (ΑΜ ὀλίγος, η, ον) βλ. λίγος …   Dictionary of Greek

  • ὀλιγώτερον — ὀλίγος little adverbial comp ὀλίγος little masc acc comp sg ὀλίγος little neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλίγα — ὀλίγος little neut nom/voc/acc pl ὀλίγᾱ , ὀλίγος little fem nom/voc/acc dual ὀλίγᾱ , ὀλίγος little fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλείζους — ὀλίγος little masc/fem nom/acc comp pl ὀλίγος little masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγωτέραις — ὀλίγος little fem dat comp pl ὀλιγωτέρᾱͅς , ὀλίγος little fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγωτέρων — ὀλίγος little fem gen comp pl ὀλίγος little masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλίγαι — ὀλίγος little fem nom/voc pl ὀλίγᾱͅ , ὀλίγος little fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλίγον — ὀλίγος little masc acc sg ὀλίγος little neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλίγω — ὀλίγος little masc/neut nom/voc/acc dual ὀλίγος little masc/neut gen sg (doric aeolic) ὀλιγόω lessen pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ὀλιγόω lessen imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)